άπτομαι
•
- λόγιοαγγίζω, αναφέρομαι σε, σχετίζομαι με Βικιλεξικό
- Η τοποθέτησή σας δεν άπτεται του θέματος.
Ετυμολογία
άπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἅπτομαι < αρχαία ελληνική ἅπτομαι < παθητική φωνή του ρήματος ἅπτω (αγγίζω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | άπτομαι | άπτεσαι | άπτεται | απτόμαστε | άπτεστε | άπτονται |
| Παρατατικός | απτόμουν / απτόμουνα | απτόσουν / απτόσουνα | απτόταν / απτότανε | απτόμασταν / απτόμαστε | απτόσασταν / απτόσαστε | άπτονταν / απτόντουσαν |
| Αόριστος | άφθηκα | άφθηκες | άφθηκε | αφθήκαμε | αφθήκατε | άφθηκαν / αφθήκαν / αφθήκανε |
| Μέλλοντας | θα άπτομαι / θα αφθώ | θα άπτεσαι / θα αφθείς | θα άπτεται / θα αφθεί | θα απτόμαστε / θα αφθούμε | θα άπτεστε / θα αφθείτε | θα άπτονται / θα αφθούν / θα αφθούνε |
| Παρακείμενος | έχω αφθεί | έχεις αφθεί | έχει αφθεί | έχουμε αφθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφθεί | είχες αφθεί | είχε αφθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να άπτομαι / να έχω αφθεί / να αφθώ | να άπτεσαι / να έχεις αφθεί / να αφθείς | να άπτεται / να έχει αφθεί / να αφθεί | να έχουμε αφθεί / να απτόμαστε / να αφθούμε | να άπτεστε / να αφθείτε | να άπτονται / να αφθούν / να αφθούνε |
| Προστακτική | — | άπτου | — | — | άπτεστε / αφθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →