άραγμα
•
- ναυτικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αράζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αράζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άραγμα < αράζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άραγμα | αράγματα |
| Γενική | αράγματος | αραγμάτων |
| Αιτιατική | άραγμα | αράγματα |
| Κλητική | άραγμα | αράγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →