Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀράζω

ρήμα
•
  1. πολυτονική γραφή του αράζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αράζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόφέρνω το πλοίο στο λιμάνι Βικιλεξικό
    • στα καῒκια τ' αραγμένα, τα δεμένα, στα καῒκια που δεν πάνε πουθενά (Ζαχ. Παπαντωνίου)
  2. αμετάβατοαγκυροβολώ Βικιλεξικό
  3. λαϊκότροποσταθμεύω, παρκάρω ένα τροχοφόρο όχημα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάβρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες Βικιλεξικό
    • και γέρος πια να αράξεις στο νησί (Κ. Καβάφης. Ιθάκη)
  5. λαϊκότροποτεμπελιάζω Βικιλεξικό
    • Για τα παιδιά έλεγε, αλλά κι ελόγου της έτσι κι έμπαινε στο νερό ξεχνούσε να βγει, μα κι όταν έβγαινε την άραζε στην ξαπλώστρα με τις ώρες κι εγώ καθόμουν μέχρι αργά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαβάζοντας (Ελένη Σαραντίτη-Παναγιώτου, Γυναίκα με τριαντάφυλλο, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 36)
    • χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

αράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀράζω < αρχαία ελληνική ἀράσσω κατά το σχήμα αόριστος: ‑αξα > ενεστώτας: ‑άζω όπως στο αρχαίο ρήμα στάζω - ἔσταξα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαράζωαράζειςαράζειαράζουμεαράζετεαράζουν / αράζουνε
Παρατατικόςάραζαάραζεςάραζεαράζαμεαράζατεάραζαν / αράζαν / αράζανε
Αόριστοςάραξαάραξεςάραξεαράξαμεαράξατεάραξαν / αράξαν / αράξανε
Μέλλονταςθα αράζω / θα αράξωθα αράζεις / θα αράξειςθα αράζει / θα αράξειθα αράζουμε / θα αράξουμεθα αράζετε / θα αράξετεθα αράζουν / θα αράζουνε / θα αράξουν / θα αράξουνε
Παρακείμενοςέχω αράξειέχεις αράξειέχει αράξειέχουμε αράξει——
Υπερσυντέλικοςείχα αράξειείχες αράξειείχε αράξει———
Υποτακτικήνα έχω αράξει / να αράζω / να αράξωνα έχεις αράξει / να αράζεις / να αράξειςνα έχει αράξει / να αράζει / να αράξεινα έχουμε αράξει / να αράζουμε / να αράξουμενα αράζετε / να αράξετενα αράζουν / να αράζουνε / να αράξουν / να αράξουνε
Προστακτική—άραζε / άραξε, άραχ' / έχε αραγμένο——αράζετε / αράξτε, αράχτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →