ἀράζω
•
- πολυτονική γραφή του αράζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
αράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀράζω < αρχαία ελληνική ἀράσσω κατά το σχήμα αόριστος: ‑αξα > ενεστώτας: ‑άζω όπως στο αρχαίο ρήμα στάζω - ἔσταξα
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αράζω | αράζεις | αράζει | αράζουμε | αράζετε | αράζουν / αράζουνε |
| Παρατατικός | άραζα | άραζες | άραζε | αράζαμε | αράζατε | άραζαν / αράζαν / αράζανε |
| Αόριστος | άραξα | άραξες | άραξε | αράξαμε | αράξατε | άραξαν / αράξαν / αράξανε |
| Μέλλοντας | θα αράζω / θα αράξω | θα αράζεις / θα αράξεις | θα αράζει / θα αράξει | θα αράζουμε / θα αράξουμε | θα αράζετε / θα αράξετε | θα αράζουν / θα αράζουνε / θα αράξουν / θα αράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αράξει | έχεις αράξει | έχει αράξει | έχουμε αράξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αράξει | είχες αράξει | είχε αράξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αράξει / να αράζω / να αράξω | να έχεις αράξει / να αράζεις / να αράξεις | να έχει αράξει / να αράζει / να αράξει | να έχουμε αράξει / να αράζουμε / να αράξουμε | να αράζετε / να αράξετε | να αράζουν / να αράζουνε / να αράξουν / να αράξουνε |
| Προστακτική | — | άραζε / άραξε, άραχ' / έχε αραγμένο | — | — | αράζετε / αράξτε, αράχτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →