άρση
•
- λόγιοτο σήκωμα, η ανύψωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αναίρεση, η ακύρωση Βικιλεξικό
- μουσικήτο τελευταίο μέρος του μέτρου που δεν τονίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άρση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄρσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άρση | άρσεις |
| Γενική | άρσης | άρσεων |
| Αιτιατική | άρση | άρσεις |
| Κλητική | άρση | άρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →