άσβηστος
•
- που δε σβήστηκε ή που δεν μπορεί να σβηστεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάανεξάλειπτος Βικιλεξικό
- Μα η ελπίδα και το φως ζούσε άσβηστο στις καρδιές των επαναστατών. (Έλλη Αλεξίου (1974) Ερνέστο Γκεβάρα [δοκίμιο])
Ετυμολογία
άσβηστος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική άσβηστος < ἄ- στερητικό + σβηστ- + -ος < αρχαία ελληνική άσβεστος, → δείτε τη λέξη σβέννυμι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσβηστος | άσβηστη | άσβηστο |
| Γενική | άσβηστου | άσβηστης | άσβηστου |
| Αιτιατική | άσβηστο | άσβηστη | άσβηστο |
| Κλητική | άσβηστε | άσβηστη | άσβηστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσβηστοι | άσβηστες | άσβηστα |
| Γενική | άσβηστων | άσβηστων | άσβηστων |
| Αιτιατική | άσβηστους | άσβηστες | άσβηστα |
| Κλητική | άσβηστοι | άσβηστες | άσβηστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →