σβήνω
•
- μεταβατικόσταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται Βικιλεξικό
- Ευτυχώς η Πυροσβεστική πρόλαβε και έσβησε την φωτιά γρήγορα.
- μεταβατικόκάνω κάτι που είναι γραμμένο να μη φαίνεται πια Βικιλεξικό
- Κωστάκη, σβήσε αυτήν τη λέξη και ξαναγράψε την σωστά, είπε η δασκάλα.
- ⌘ Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Σεφεριάδης 1900‑1971 Άρνηση [ποίημα], 2η στροφή ※ @ebooks.edu.gr
- μεταβατικόεξαλείφω Βικιλεξικό
- μεταβατικόαπενεργοποιώ μια συσκευή Βικιλεξικό
- Σβήσε το φως όταν φύγεις από το σπίτι για να μην καταναλώνουμε άσκοπα ενέργεια.
- μεταβατικόρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία Βικιλεξικό
- αμετάβατοσταματώ να καίω Βικιλεξικό
- η φωτιά έσβησε
- αμετάβατοσταματώ να λειτουργώ Βικιλεξικό
- το φως / ο υπολογιστής / το αυτοκίνητο έσβησε ξαφνικά
- αμετάβατοικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία ώστε αυτή να μην είναι πια επιτακτική Βικιλεξικό
- σβήνω τη δίψα μου
- αμετάβατολιποθυμώ ή πεθαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σβήνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σβήνω < αρχαία ελληνική σβέννυμι. (Από τον αόριστο ἔσβην (γ' πληθυντικό: ἔσβησαν) σχηματίστηκε ο νέος αόριστος έσβησα και από αυτόν ο νέος ενεστώτας σβήνω.)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σβήνω | σβήνεις | σβήνει | σβήνουμε | σβήνετε | σβήνουν / σβήνουνε |
| Παρατατικός | έσβηνα | έσβηνες | έσβηνε | σβήναμε | σβήνατε | έσβηναν / σβήναν / σβήνανε |
| Αόριστος | έσβησα | έσβησες | έσβησε | σβήσαμε | σβήσατε | έσβησαν / σβήσαν / σβήσανε |
| Μέλλοντας | θα σβήνω / θα σβήσω | θα σβήνεις / θα σβήσεις | θα σβήνει / θα σβήσει | θα σβήνουμε / θα σβήσουμε | θα σβήνετε / θα σβήσετε | θα σβήνουν / θα σβήνουνε / θα σβήσουν / θα σβήσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σβήσει | έχεις σβήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σβήσει | είχες σβήσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σβήσει / να σβήνω / να σβήσω | να έχεις σβήσει / να σβήνεις / να σβήσεις | να σβήνει / να σβήσει | να σβήνουμε / να σβήσουμε | να σβήνετε / να σβήσετε | να σβήνουν / να σβήνουνε / να σβήσουν / να σβήσουνε |
| Προστακτική | — | έχε σβησμένο / σβήνε / σβήσε | — | — | σβήνετε / σβήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σβήστηκασβήνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →