Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσηπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν σήπεται, που δεν σαπίζει, που δεν υπόκειται σε σήψη ή δεν κινδυνεύει από αυτήν Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: άσηπος
    • Άσηπτοι οι νεκροί του κορονοϊού στη Λάρισα (https://web.archive.org/web/20240301184259/https://e-thessalia.gr/asiptoi-oi-nekroi-toy-koronoioy-sti-larisa-provlimatismos-meta-tis-protes-ektafes-sto-koimitirio/ e-thessalia.gr, 01.03.2024]
  2. ο επαρκώς προφυλαγμένος από την επαφή με βακτήρια ή άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς, ο αποστειρωμένος Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ασηπτικός

Ετυμολογία

άσηπτος < αρχαία ελληνική ἄσηπτος < ἀ- στερητικό + σήπω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος (2.μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική aseptic ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική aseptique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσηπτοςάσηπτηάσηπτο
Γενικήάσηπτουάσηπτηςάσηπτου
Αιτιατικήάσηπτοάσηπτηάσηπτο
Κλητικήάσηπτεάσηπτηάσηπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσηπτοιάσηπτεςάσηπτα
Γενικήάσηπτωνάσηπτωνάσηπτων
Αιτιατικήάσηπτουςάσηπτεςάσηπτα
Κλητικήάσηπτοιάσηπτεςάσηπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →