άσκαυλος
•
- λόγιοπνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από έναν ασκό και δύο αυλούς Βικιλεξικό
- Η ασκομαντούρα είναι απόγονος του άσκαυλου, ενός αρχαιότατου πνευστού μουσικού οργάνου για το οποίο υπάρχει αναφορά στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Ο μεγαλύτερος κωμικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας σύγκρινε μάλιστα τον ήχο που βγάζει ο άσκαυλος, όργανο - σύμβολο της ιερής μέθεξης, με αυτόν που κάνουν οι μέλισσες. Στην Κρήτη το όργανο φαίνεται πως ήταν πολύ διαδεδομένο μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα. Χαρακτηριζόταν ως μουσικό ποιμενικό όργανο καθώς η χρήση του ήταν ευρύτατα διαδεδομένη στην Κρητική ύπαιθρο.
- Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να παρουσιάσουμε ορισμένα στοιχεία όσον αφορά την έκταση, τις δυνατότητες και το ιστορικό υπόβαθρο του άσκαυλου (αγγείον/tulum) και της φλογέρας (χειλιαύλιν) που ήταν από τα πιο διαδεδομένα όργανα της περιοχής. Ο αρχαίος άσκαυλος κατασκευάζεται από δέρμα προβάτου. Ολόκληρο το τομάρι του ζώου αποτελεί έναν αεροθάλαμο στην απόληξη του οποίου τοποθετείται ένας διπλός ξύλινος ή κεράτινος αυλός απ’ όπου παράγεται ο ήχος. Ο οργανοπαίχτης τοποθετώντας πέντε δάχτυλα πάνω στου⁽ˢⁱᶜ⁾αυλούς που είναι κουρδισμένοι στον ίδιο τόνο, και ανοιγοκλείνοντας τις τρύπες, παράγει ήχο.
Ετυμολογία
άσκαυλος < ασκός + αυλός + -ος (→ δείτε (ελληνιστική κοινή) ἀσκαύλης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άσκαυλος | άσκαυλοι |
| Γενική | άσκαυλου / ασκαύλου | άσκαυλων / ασκαύλων |
| Αιτιατική | άσκαυλο | άσκαυλους / ασκαύλους |
| Κλητική | άσκαυλε | άσκαυλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →