άσκαφτος
•
- που δεν τον έχουν σκάψει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσκαφτος < ά- στερητικό + σκαπ- (σκάβω) +-τος με ανομοίωση της άρθρωσης [pt] > [ft] → δείτε και τη λέξη άσκαφος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσκαφτος | άσκαφτη | άσκαφτο |
| Γενική | άσκαφτου | άσκαφτης | άσκαφτου |
| Αιτιατική | άσκαφτο | άσκαφτη | άσκαφτο |
| Κλητική | άσκαφτε | άσκαφτη | άσκαφτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσκαφτοι | άσκαφτες | άσκαφτα |
| Γενική | άσκαφτων | άσκαφτων | άσκαφτων |
| Αιτιατική | άσκαφτους | άσκαφτες | άσκαφτα |
| Κλητική | άσκαφτοι | άσκαφτες | άσκαφτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →