Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσκαφτος

/ˈa.ska.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν σκάψει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσκαφτος < ά- στερητικό + σκαπ- (σκάβω) +-τος με ανομοίωση της άρθρωσης [pt] > [ft] → δείτε και τη λέξη άσκαφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκαφτοςάσκαφτηάσκαφτο
Γενικήάσκαφτουάσκαφτηςάσκαφτου
Αιτιατικήάσκαφτοάσκαφτηάσκαφτο
Κλητικήάσκαφτεάσκαφτηάσκαφτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκαφτοιάσκαφτεςάσκαφτα
Γενικήάσκαφτωνάσκαφτωνάσκαφτων
Αιτιατικήάσκαφτουςάσκαφτεςάσκαφτα
Κλητικήάσκαφτοιάσκαφτεςάσκαφτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →