Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσκοπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σκοπό, χωρίς νόημα ή αποτελεσματικότητα, ή χωρίς καθαρό προορισμό Βικιλεξικό
    • Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, εκδόσεις Εντός, 1998, σελ. 87)
  2. που είναι αναποτελεσματικός και μάταιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσκοπος < αρχαία ελληνική ἄσκοπος < α- + σκοπός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκοποςάσκοπηάσκοπο
Γενικήάσκοπουάσκοπηςάσκοπου
Αιτιατικήάσκοποάσκοπηάσκοπο
Κλητικήάσκοπεάσκοπηάσκοπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσκοποιάσκοπεςάσκοπα
Γενικήάσκοπωνάσκοπωνάσκοπων
Αιτιατικήάσκοπουςάσκοπεςάσκοπα
Κλητικήάσκοποιάσκοπεςάσκοπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →