Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσμιχτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σμίξει με άλλους, δεν έχει αναμιχθεί ή δεν επιδέχεται ανάμιξη Βικιλεξικό
  2. για πρόσωπαπου δεν έρχεται σε επικοινωνία με άλλους Βικιλεξικό
    • δεν έχει κοινωνικοποιηθεί και κατέληξε εντελώς άσμιχτος

Ετυμολογία

άσμιχτος < ά- στερητικό + σμιχτός (σμίγω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσμιχτοςάσμιχτηάσμιχτο
Γενικήάσμιχτουάσμιχτηςάσμιχτου
Αιτιατικήάσμιχτοάσμιχτηάσμιχτο
Κλητικήάσμιχτεάσμιχτηάσμιχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσμιχτοιάσμιχτεςάσμιχτα
Γενικήάσμιχτωνάσμιχτωνάσμιχτων
Αιτιατικήάσμιχτουςάσμιχτεςάσμιχτα
Κλητικήάσμιχτοιάσμιχτεςάσμιχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →