άσμιχτος
•
- που δεν έχει σμίξει με άλλους, δεν έχει αναμιχθεί ή δεν επιδέχεται ανάμιξη Βικιλεξικό
- για πρόσωπαπου δεν έρχεται σε επικοινωνία με άλλους Βικιλεξικό
- δεν έχει κοινωνικοποιηθεί και κατέληξε εντελώς άσμιχτος
Ετυμολογία
άσμιχτος < ά- στερητικό + σμιχτός (σμίγω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσμιχτος | άσμιχτη | άσμιχτο |
| Γενική | άσμιχτου | άσμιχτης | άσμιχτου |
| Αιτιατική | άσμιχτο | άσμιχτη | άσμιχτο |
| Κλητική | άσμιχτε | άσμιχτη | άσμιχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσμιχτοι | άσμιχτες | άσμιχτα |
| Γενική | άσμιχτων | άσμιχτων | άσμιχτων |
| Αιτιατική | άσμιχτους | άσμιχτες | άσμιχτα |
| Κλητική | άσμιχτοι | άσμιχτες | άσμιχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →