σμίγω
•
- μεταβατικόενώνω Βικιλεξικό
- αμετάβατοενώνομαι Βικιλεξικό
- αμετάβατοενώνομαι ερωτικά με άλλο άτομο, δημιουργώ δεσμό Βικιλεξικό
- αμετάβατοσυναντώ κάποιους (ιδίως μετά από καιρό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σμίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μίσγω, παράλληλος τύπος του μείγνυμι, με μετάθεση του [s]
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σμίγω | σμίγεις | σμίγει | σμίγουμε | σμίγετε | σμίγουν / σμίγουνε |
| Παρατατικός | έσμιγα | έσμιγες | έσμιγε | σμίγαμε | σμίγατε | έσμιγαν / σμίγαν / σμίγανε |
| Αόριστος | έσμιξα | έσμιξες | έσμιξε | σμίξαμε | σμίξατε | έσμιξαν / σμίξαν / σμίξανε |
| Μέλλοντας | θα σμίγω / θα σμίξω | θα σμίγεις / θα σμίξεις | θα σμίγει / θα σμίξει | θα σμίγουμε / θα σμίξουμε | θα σμίγετε / θα σμίξετε | θα σμίγουν / θα σμίγουνε / θα σμίξουν / θα σμίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σμίξει | έχεις σμίξει | έχει σμίξει | έχουμε σμίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σμίξει | είχες σμίξει | είχε σμίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σμίξει / να σμίγω / να σμίξω | να έχεις σμίξει / να σμίγεις / να σμίξεις | να έχει σμίξει / να σμίγει / να σμίξει | να έχουμε σμίξει / να σμίγουμε / να σμίξουμε | να σμίγετε / να σμίξετε | να σμίγουν / να σμίγουνε / να σμίξουν / να σμίξουνε |
| Προστακτική | — | σμίγε / σμίξε | — | — | σμίγετε / σμίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →