Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσπαρτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σπάρθηκε Βικιλεξικό
    • εξαιτίας της κακοκαιρίας δεν προλάβαμε να πάμε στο χωράφι κι αυτό έμεινε άσπαρτο

Ετυμολογία

άσπαρτος < αρχαία ελληνική ἄσπαρτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσπαρτοςάσπαρτηάσπαρτο
Γενικήάσπαρτουάσπαρτηςάσπαρτου
Αιτιατικήάσπαρτοάσπαρτηάσπαρτο
Κλητικήάσπαρτεάσπαρτηάσπαρτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσπαρτοιάσπαρτεςάσπαρτα
Γενικήάσπαρτωνάσπαρτωνάσπαρτων
Αιτιατικήάσπαρτουςάσπαρτεςάσπαρτα
Κλητικήάσπαρτοιάσπαρτεςάσπαρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →