Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαρτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σπαρεί, που τον έχουν σπείρει ή που μπορούν να τον σπείρουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπαρτός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σπαρτός < σπείρω. Δε σχετίζεται με τη ρίζα της λέξης για το σπάρτο (είδος θάμνου)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπαρτόςσπαρτήσπαρτό
Γενικήσπαρτούσπαρτήςσπαρτού
Αιτιατικήσπαρτόσπαρτήσπαρτό
Κλητικήσπαρτέσπαρτήσπαρτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπαρτοίσπαρτέςσπαρτά
Γενικήσπαρτώνσπαρτώνσπαρτών
Αιτιατικήσπαρτούςσπαρτέςσπαρτά
Κλητικήσπαρτοίσπαρτέςσπαρτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →