Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άστυφτος

/ˈa.sti.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν στύψει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άστυφτος < ά- στερητικό + στυπ- (στύβω) + -τος με τροπή [pt] > [ft]

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστυφτοςάστυφτηάστυφτο
Γενικήάστυφτουάστυφτηςάστυφτου
Αιτιατικήάστυφτοάστυφτηάστυφτο
Κλητικήάστυφτεάστυφτηάστυφτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστυφτοιάστυφτεςάστυφτα
Γενικήάστυφτωνάστυφτωνάστυφτων
Αιτιατικήάστυφτουςάστυφτεςάστυφτα
Κλητικήάστυφτοιάστυφτεςάστυφτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →