άστυφτος
•
- που δεν τον έχουν στύψει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άστυφτος < ά- στερητικό + στυπ- (στύβω) + -τος με τροπή [pt] > [ft]
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άστυφτος | άστυφτη | άστυφτο |
| Γενική | άστυφτου | άστυφτης | άστυφτου |
| Αιτιατική | άστυφτο | άστυφτη | άστυφτο |
| Κλητική | άστυφτε | άστυφτη | άστυφτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άστυφτοι | άστυφτες | άστυφτα |
| Γενική | άστυφτων | άστυφτων | άστυφτων |
| Αιτιατική | άστυφτους | άστυφτες | άστυφτα |
| Κλητική | άστυφτοι | άστυφτες | άστυφτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →