Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στύβω

/ˈsti.vo/ρήμα
•
  1. πιέζω καρπό (κυρίως εσπεριδοειδούς) για να βγει ο χυμός του Βικιλεξικό
    • στύβω πορτοκάλι και μανταρίνι για να φτιάξω έναν ωραίο χυμό
  2. συστρέφω κάτι βρεγμένο (υφασμάτινο, μάλλινο κλπ.) για να βγει το υγρό που περιέχει Βικιλεξικό
    • δεν έστυψες καλά τα ρούχα και στάζουν νερά
    • το πλυντήριο στύβει τα ρούχα με 1.200 στροφές το λεπτό!
  3. μεταφορικάπιέζω κάποιον υπερβολικά για να πάρω ότι αποτέλεσμα προκύψει (όπως το χυμό από τα φρούτα) Βικιλεξικό
    • το αφεντικό μου με έχει στύψει, με έχει ξεζουμίσει
    • Τον πλούτο υπόπτου προελεύσεως, την τρυφηλή ζωή, όλους εκείνους του ρεπεσκέδες ... οι οποίοι επί χρόνια και ζαμάνια θησαύριζαν στύβοντας την πατρίδα και παρίσταναν από πάνω και την αριστοκρατία (Χρήστος Χωμενίδης, Ξέρει η πάπια πού είναι η λίμνη, εκδ. Πατάκης, 2024)

Ετυμολογία

στύβω < αρχαία ελληνική στείβω (πατώ). Η γραφή με < υ > προέκυψε από παρετυμολογία προς το αρχαίο στύφω (σουφρώνω τα χείλη από στυφή γεύση). Είναι πιο συνηθισμένη από την ετυμολογικά συνεπή στείβω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστύβωστύβειςστύβειστύβουμεστύβετεστύβουν / στύβουνε
Παρατατικόςέστυβαέστυβεςέστυβεστύβαμεστύβατεέστυβαν / στύβαν / στύβανε
Αόριστοςέστυψαέστυψεςέστυψεστύψαμεστύψατεέστυψαν / στύψαν / στύψανε
Μέλλονταςθα στύβω / θα στύψωθα στύβεις / θα στύψειςθα στύβει / θα στύψειθα στύβουμε / θα στύψουμεθα στύβετε / θα στύψετεθα στύβουν / θα στύβουνε / θα στύψουν / θα στύψουνε
Παρακείμενοςέχω στύψειέχεις στύψειέχει στύψει———
Υπερσυντέλικοςείχα στύψειείχες στύψει————
Υποτακτικήνα έχω στύψει / να στύβω / να στύψωνα έχεις στύψει / να στύβεις / να στύψειςνα έχει στύψει / να στύβει / να στύψεινα στύβουμε / να στύψουμενα στύβετε / να στύψετενα στύβουν / να στύβουνε / να στύψουν / να στύψουνε
Προστακτική—έχε στυμμένο / στύβε / στύψε——στύβετε / στύψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

στύβομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →