Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άτιτλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει τίτλο Βικιλεξικό
    • τούτο το γράμμα αυτό είναι πιθανώς γραμμένο με την έκδοση του Ηχώ στο Χάος - αφού παραθέτει (και σχολιάζει) τους στ. 11-12 ενός άτιτλου ποιήματος αυτής της συλλογής (Νέα Εστία, Ι.Δ Κολλάρος και Σία, τόμος 113, 1982)

Ετυμολογία

άτιτλος < α- + τίτλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάτιτλοςάτιτληάτιτλο
Γενικήάτιτλουάτιτληςάτιτλου
Αιτιατικήάτιτλοάτιτληάτιτλο
Κλητικήάτιτλεάτιτληάτιτλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάτιτλοιάτιτλεςάτιτλα
Γενικήάτιτλωνάτιτλωνάτιτλων
Αιτιατικήάτιτλουςάτιτλεςάτιτλα
Κλητικήάτιτλοιάτιτλεςάτιτλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →