Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τίτλος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φράση ή λέξη που καθορίζει κάποιο βιβλίο ή, γενικά, κάποιο έργο Βικιλεξικό
    • ο Λαπαθιώτης έχει γράψει ένα υπερσουρρεαλιστικό ποίημα με τίτλο: Βάο, Γάο, Δάο
    • μας ζήτησε να γράψουμε μια έκθεση με έναν πολύ μακροσκελή τίτλο
    • αυτός ο γλύπτης βάζει όλο ξενικούς τίτλους στα γλυπτά του
  2. συνεκδοχικάτο σύνολο των ίδιων βιβλίων που εκδίδονται από κάποιον εκδότη Βικιλεξικό
    • φέτος έχουμε εκδώσει δέκα τίτλους περισσότερους από πέρσι
  3. στον πληθυντικότα στοιχεία ενός έργου κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού (ποιος παίζει, ποιοι είναι οι συντελεστές κλπ) που εμφανίζονται στην αρχή ή στο τέλος του έργου Βικιλεξικό
  4. καθιερωμένο αξίωμα ή τιμητική ονομασία σε κοινωνική, επιστημονική ή άλλη ομάδα ατόμων Βικιλεξικό
    • στον Εδουάρδο Η΄ δόθηκε ο τίτλος του δούκα του Ουίνδσορ μετά την παραίτησή του από βασιλιάς της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας
  5. μεταφορικάτο πρωτάθλημα Βικιλεξικό
  6. επίσημο, νομιμοποιητικό έγγραφο με το οποίο κατοχυρώνεται η ιδιοκτησία ή το δικαίωμα σε μέρος αυτής Βικιλεξικό
    • και φέτος εκδόθηκαν τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου
    • έχετε τίτλους ιδιοκτησίας από τους οποίους να αποδεικνύεται ότι είστε εσείς ο ιδιοκτήτης;
  7. η επωνυμία εταιρείας, ιδρύματος ή αντικειμένου με την οποία είναι γνωστή στο ευρύ κοινό και είναι κατοχυρωμένη από τον νόμο Βικιλεξικό
    • αρκετά φαρμακευτικά σκευάσματα κυκλοφορούν με διαφορετικούς εμπορικούς τίτλους ενώ, ουσιαστικά, περιέχουν την ίδια δραστική ουσία

Ετυμολογία

τίτλος < ελληνιστική κοινή τίτλος < λατινική titulus

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτίτλοςτίτλοι
Γενικήτίτλουτίτλων
Αιτιατικήτίτλοτίτλους
Κλητικήτίτλετίτλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →