τίτλος
•
- φράση ή λέξη που καθορίζει κάποιο βιβλίο ή, γενικά, κάποιο έργο Βικιλεξικό
- ο Λαπαθιώτης έχει γράψει ένα υπερσουρρεαλιστικό ποίημα με τίτλο: Βάο, Γάο, Δάο
- μας ζήτησε να γράψουμε μια έκθεση με έναν πολύ μακροσκελή τίτλο
- αυτός ο γλύπτης βάζει όλο ξενικούς τίτλους στα γλυπτά του
- συνεκδοχικάτο σύνολο των ίδιων βιβλίων που εκδίδονται από κάποιον εκδότη Βικιλεξικό
- φέτος έχουμε εκδώσει δέκα τίτλους περισσότερους από πέρσι
- στον πληθυντικότα στοιχεία ενός έργου κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού (ποιος παίζει, ποιοι είναι οι συντελεστές κλπ) που εμφανίζονται στην αρχή ή στο τέλος του έργου Βικιλεξικό
- καθιερωμένο αξίωμα ή τιμητική ονομασία σε κοινωνική, επιστημονική ή άλλη ομάδα ατόμων Βικιλεξικό
- στον Εδουάρδο Η΄ δόθηκε ο τίτλος του δούκα του Ουίνδσορ μετά την παραίτησή του από βασιλιάς της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας
- μεταφορικάτο πρωτάθλημα Βικιλεξικό
- επίσημο, νομιμοποιητικό έγγραφο με το οποίο κατοχυρώνεται η ιδιοκτησία ή το δικαίωμα σε μέρος αυτής Βικιλεξικό
- και φέτος εκδόθηκαν τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου
- έχετε τίτλους ιδιοκτησίας από τους οποίους να αποδεικνύεται ότι είστε εσείς ο ιδιοκτήτης;
- η επωνυμία εταιρείας, ιδρύματος ή αντικειμένου με την οποία είναι γνωστή στο ευρύ κοινό και είναι κατοχυρωμένη από τον νόμο Βικιλεξικό
- αρκετά φαρμακευτικά σκευάσματα κυκλοφορούν με διαφορετικούς εμπορικούς τίτλους ενώ, ουσιαστικά, περιέχουν την ίδια δραστική ουσία
Ετυμολογία
τίτλος < ελληνιστική κοινή τίτλος < λατινική titulus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τίτλος | τίτλοι |
| Γενική | τίτλου | τίτλων |
| Αιτιατική | τίτλο | τίτλους |
| Κλητική | τίτλε | τίτλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →