Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άτυπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν γίνεται σύμφωνα με κάποιους τύπους ή κανόνες ή δεν εμφανίζει κάποια τυπικά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςπαράτυπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άτυπος < ελληνιστική κοινή ἄτυπος < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική informell

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάτυποςάτυπηάτυπο
Γενικήάτυπουάτυπηςάτυπου
Αιτιατικήάτυποάτυπηάτυπο
Κλητικήάτυπεάτυπηάτυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάτυποιάτυπεςάτυπα
Γενικήάτυπωνάτυπωνάτυπων
Αιτιατικήάτυπουςάτυπεςάτυπα
Κλητικήάτυποιάτυπεςάτυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →