άτυπος
•
- που δεν γίνεται σύμφωνα με κάποιους τύπους ή κανόνες ή δεν εμφανίζει κάποια τυπικά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
- νομικός όροςπαράτυπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άτυπος < ελληνιστική κοινή ἄτυπος < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική informell
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άτυπος | άτυπη | άτυπο |
| Γενική | άτυπου | άτυπης | άτυπου |
| Αιτιατική | άτυπο | άτυπη | άτυπο |
| Κλητική | άτυπε | άτυπη | άτυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άτυποι | άτυπες | άτυπα |
| Γενική | άτυπων | άτυπων | άτυπων |
| Αιτιατική | άτυπους | άτυπες | άτυπα |
| Κλητική | άτυποι | άτυπες | άτυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →