τύπος
•
- οι εφημερίδες, τα περιοδικά και τα μέσα ενημέρωσης ως σύνολο Βικιλεξικό
- δημοσιεύτηκε στον τύπο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης
- το είδος, η κατηγορία Βικιλεξικό
- ο μεσογειακός τύπος ανθρώπου
- ένα άτομο που θεωρείται ότι ανήκει σε μια κατηγορία Βικιλεξικό
- ο Γιώργος είναι ο τύπος του ευγενικού και κοινωνικού ατόμου
- + γενική προσώπουτο είδος του ανθρώπου που ταιριάζει με κάποιον Βικιλεξικό
- δεν είσαι ο τύπος μου, λυπάμαι
- οικείοένας άντρας, ένας τυπάς Βικιλεξικό
- βγαίνει από το σπίτι ένας τύπος, πολύ περίεργος
- θηλυκό τύπισσα
- και στον πληθυντικόένα σύνολο κανόνων που τηρούνται κατά γράμμα, σε αντίθεση με την ουσία Βικιλεξικό
- Αυτός ο άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνο για τον τύπο και όχι για την ουσία.
- Μπορεί να έχουμε συμφωνήσει όλοι για την πολιτική μας, αλλά, για να τηρήσουμε τους τύπους, πρέπει να κάνουμε και μια ψηφοφορία.
- θετικές επιστήμεςγραπτή αποτύπωση με σύμβολα μιας χημικής ουσίας ή μιας χημικής αντίδρασης ή μιας μαθηματικής σχέσης Βικιλεξικό
- μαθηματικάμαθηματική φόρμουλα Βικιλεξικό
- γραμματικήκλιτικός τύπος, μορφή μιας λέξης Βικιλεξικό
- η γενική του ουσιαστικού "πόλη" εμφανίζει δύο τύπους: "πόλης" και "πόλεως"
- το σημάδι, στην έκφραση επί τον τύπον των ήλων Βικιλεξικό
- πληροφορικήεν συντομία ο τύπος δεδομένων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τύπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τύπος (αποτύπωμα σφραγίδας) < τύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teu-p- (χτυπώ) :* για μεταφορικές σημασίες < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική type < λατινική typus < αρχαία ελληνική τύπος :* για τη γραμματική < ελληνιστική σημασία :* για τα έντυπα < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική presse
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τύπος | τύποι |
| Γενική | τύπου | τύπων |
| Αιτιατική | τύπο | τύπους |
| Κλητική | τύπε | τύποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →