Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άφυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φύλο ή δεν έχει αναπαραγωγικά όργανα ή που το είδος του εμφανίζει (και άρα αναπαράγεται από) ένα φύλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άφυλος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄφυλος < (ελληνιστική κοινή) < < αρχαία ελληνική ἄ- στερητικό φῦλον < φύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάφυλοςάφυληάφυλο
Γενικήάφυλουάφυληςάφυλου
Αιτιατικήάφυλοάφυληάφυλο
Κλητικήάφυλεάφυληάφυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάφυλοιάφυλεςάφυλα
Γενικήάφυλωνάφυλωνάφυλων
Αιτιατικήάφυλουςάφυλεςάφυλα
Κλητικήάφυλοιάφυλεςάφυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →