φύλο
•
- το καθένα από τα δύο γένη (ανδρικό - γυναικείο) στα οποία διαιρούνται τα έμβια όντα, ανάλογα με τα αναπαραγωγικά τους όργανα. Βικιλεξικό
- κατ' ευφημισμότα γεννητικά όργανα Βικιλεξικό
- σύνολο ανθρώπων με κοινή καταγωγή και αυτόνομη κοινωνικοπολιτική συγκρότηση· φυλή Βικιλεξικό
- ταξινομίαταξινομική βαθμίδα κατώτερη από την οικογένεια και ανώτερη του είδους Βικιλεξικό
- Τό μέσο βάρος τῶν ἀμνοδερμάτων ἀμέσως με το ἀνεξάρτητα ἀπό τό φύλο καί ξεχωριστά γιά κάθε γενότυπο δίνεται στόν πίνακα 1 μαζί μέ τίς συγκρίσεις τῶν μέσων τιμῶν. ̓Αμέσως μετά τό γδάρσιμο τά νωπά ἀμνοδέρματα τῶν καθαρόαιμων Καραγκούνικων ἀμνῶν εἶχαν βάρος κατώτερο τῶν... (Επιστημονική Επετηρίς, τόμος 19, Θεσσαλονίκη, Πανεπιστήμιο, Κτηνιατρική Σχολή, 1978, σελ. 165)
Ετυμολογία
φύλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φῦλον < φύω :* για την ταξινομική βαθμίδα > • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φύλο | φύλα |
| Γενική | φύλου | φύλων |
| Αιτιατική | φύλο | φύλα |
| Κλητική | φύλο | φύλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →