άχλωρος
•
- που δεν είναι χλωρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άχλωρος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἄχλωρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άχλωρος | άχλωρη | άχλωρο |
| Γενική | άχλωρου | άχλωρης | άχλωρου |
| Αιτιατική | άχλωρο | άχλωρη | άχλωρο |
| Κλητική | άχλωρε | άχλωρη | άχλωρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άχλωροι | άχλωρες | άχλωρα |
| Γενική | άχλωρων | άχλωρων | άχλωρων |
| Αιτιατική | άχλωρους | άχλωρες | άχλωρα |
| Κλητική | άχλωροι | άχλωρες | άχλωρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →