Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξερός

/kseˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει νερό ή υγρασία κι έχει στεγνώσει Βικιλεξικό
    • το κλίμα της περιοχής είναι πολύ ξερό
    • τα χείλη του ήταν ξερά από τη ζέστη
    • άλλες μορφές: ξηρός (για το κλίμα)
  2. που έχει μαραθεί, που έχει χάσει τη στιλπνότητά του Βικιλεξικό
  3. για έδαφοςπου δεν έχει βλάστηση Βικιλεξικό
  4. που χρειάζεται να συμπληρωθεί Βικιλεξικό
    • ήπιε ένα ξερό καφέ κι έφυγε
  5. που είναι μόνος στη ζωή Βικιλεξικό
  6. ο απότομος, ο σύντομος, ο οξύς, ο σκληρός Βικιλεξικό
    • ακούστηκε ένας ξερός ήχος
  7. ο τυπικός, ο λακωνικός Βικιλεξικό
    • μου είπε ένα ξερό καλημέρα
  8. που προκαλεί ανία, που δεν έχει χάρη και ζωντάνια Βικιλεξικό
  9. μεταφορικάπου δεν κινείται, που δεν έχει τις αισθήσεις του Βικιλεξικό
  10. που κοιμάται αμέσως και βαθιά Βικιλεξικό
    • Έπεσε ξερός από την κούραση στο κρεβάτι, και κοιμήθηκε για πολλές ώρες.
  11. που έχει πεθάνει Βικιλεξικό
    • Έπεσε ξερός. Μάλλον εγκεφαλικό ήταν.
  12. χαρτοπαίγνιοσε διανομή τραπουλόχαρτων, χαρτί κάποιου χρώματος (συμβόλου) που δε συνοδεύεται από κανένα άλλα χαρτί του ίδιου χρώματος Βικιλεξικό
    • Κρατάω το χέρι: ρήγα, ντάμα πίκα πεντάφυλλο, άσο κούπα ξερό, άσο ντάμα βαλέ καρό πεντάφυλλο και δίφυλλο σπαθί.

Ετυμολογία

ξερός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξερός < αρχαία ελληνική ξηρός Συγκρίνετε με το ξηρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξερόςξερήξερό
Γενικήξερούξερήςξερού
Αιτιατικήξερόξερήξερό
Κλητικήξερέξερήξερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεροίξερέςξερά
Γενικήξερώνξερώνξερών
Αιτιατικήξερούςξερέςξερά
Κλητικήξεροίξερέςξερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →