Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άψινθος

/ˈa.psin.θos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόποώδες αρωματικό φυτό (Artemisia absinthium) που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική ως εκτρωτικό ή εμμηναγωγό και στην ποτοποιία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άψινθος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄψινθος < αρχαία ελληνική ἀψίνθιον < προελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάψινθοςάψινθοι
Γενικήαψίνθουαψίνθων
Αιτιατικήάψινθοαψίνθους
Κλητικήάψινθεάψινθοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →