Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άωρος

/ˈa.o.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ωριμάσει, άγουρος, ανώριμος Βικιλεξικό
    • άωρη ηλικία, άωρη κυστική μορφή
  2. που εμφανίζεται πολύ νωρίς, πριν ωριμάσουν οι συνθήκες, πρώιμος, άκαιρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άωρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄωρος Συγχρονικά αναλύεται σε ά- + ώρ(α) + -ος / -ωρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάωροςάωρη / άωροςάωρο
Γενικήάωρουάωρης / αώρουάωρου
Αιτιατικήάωροάωρη / άωροάωρο
Κλητικήάωρεάωρε / άωρηάωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάωροιάωρες / άωροιάωρα
Γενικήάωρωνάωρων / αώρωνάωρων
Αιτιατικήάωρουςάωρες / αώρουςάωρα
Κλητικήάωροιάωρες / άωροιάωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →