έγγραφο
•
- το κείμενο που έχει συνταχθεί με επίσημο τρόπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη (ατόμου ή φορέα), στοιχεία του αποδέκτη ή των αποδεκτών, ημερομηνία, υπογραφή και συχνά σφραγίδα Βικιλεξικό
- το αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει κείμενο (βλ. ηλεκτρονικό έγγραφο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έγγραφο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἔγγραφον, ενικός < ελληνιστική κοινή τά ἔγγραφα (πληθυντικός) < επίθετο ἔγγραφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγγραφο | έγγραφα |
| Γενική | έγγραφου / εγγράφου | εγγράφων |
| Αιτιατική | έγγραφο | έγγραφα |
| Κλητική | έγγραφο | έγγραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →