έγκριση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκρίνω· η επίσημη ή ανεπίσημη, προφορική ή γραπτή, αποδοχή και συμφωνία ενός αρμόδιου (ατόμου, υπηρεσίας, αρχής) για τις μελλοντικές ενέργειες κάποιου που βρίσκεται υπό τη δικαιοδοσία του Βικιλεξικό
- οι γονείς έδωσαν την έγκρισή τους για το γάμο της ανήλικης κόρης τους
- μόλις πήρα στα χέρια μου την έγκριση της τράπεζας και τρέχω να βγάλω τα υπόλοιπα χαρτιά για το δάνειο
- Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται: δα) η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ... (Νόμος 1650 της 15/16.10.86. Για την προστασία του περιβάλλοντος.- (Α' 160).)
Ετυμολογία
έγκριση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔγκρι(σις) + -ση < ἐγκρίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε έγ- + κρίση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκριση | εγκρίσεις |
| Γενική | έγκρισης | εγκρίσεων |
| Αιτιατική | έγκριση | εγκρίσεις |
| Κλητική | έγκριση | εγκρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →