εγκριτικός
•
- λόγιοπου εγκρίνει Βικιλεξικό
- δημοσιεύτηκε η εγκριτική απόφαση για τη χορήγηση της έκτακτης ενίσχυσης
Ετυμολογία
εγκριτικός < έγκρι(ση) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκριτικός | εγκριτική | εγκριτικό |
| Γενική | εγκριτικού | εγκριτικής | εγκριτικού |
| Αιτιατική | εγκριτικό | εγκριτική | εγκριτικό |
| Κλητική | εγκριτικέ | εγκριτική | εγκριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκριτικοί | εγκριτικές | εγκριτικά |
| Γενική | εγκριτικών | εγκριτικών | εγκριτικών |
| Αιτιατική | εγκριτικούς | εγκριτικές | εγκριτικά |
| Κλητική | εγκριτικοί | εγκριτικές | εγκριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →