έγχυμα
•
- το αποτέλεσμα του εγχέω Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) ποτό που φτιάχνεται με έγχυση, χωρίς βράσιμο, από βότανα
Ετυμολογία
έγχυμα < ελληνιστική κοινή ἔγχῠμα < αρχαία ελληνική ἐγχέω < χέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγχυμα | εγχύματα |
| Γενική | εγχύματος | εγχυμάτων |
| Αιτιατική | έγχυμα | εγχύματα |
| Κλητική | έγχυμα | εγχύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →