χύνω
•
- μεταβατικόπροκαλώ την ροή ενός υγρού από το δοχείο στο οποίο βρισκόταν προς τα κάτω Βικιλεξικό
- Έχυσες τον καφέ πάνω στα ρούχα μου!
- παθητική φωνήεκβάλλω Βικιλεξικό
- για μέταλλαλιώνω Βικιλεξικό
- Χύνει μολύβι.
- μεταβατικόοδηγώ μία ρευστή μάζα υλικού μέσα στο καλούπι όπου θα στερεοποιηθεί και θα αποκτήσει το επιθυμητό σχήμα Βικιλεξικό
- Έχυσε το σκυρόδεμα/μπετόν/κεριά/άγαλμα.
- αμετάβατοεκσπερματίζω, φτάνω σε οργασμό Βικιλεξικό
- Έχυσες μέσα μου!
- Χύνω κουβάδες για σένα μωρό μου.
Ετυμολογία
χύνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ή μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική χέω, με με μεταπλασμό βάσει του συνοπτικού θέματος παθητικού χυθ- (ἐχύθην), κατά το πλυθ- (ἐπλύθην, πλύνω).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χύνω | χύνεις | χύνει | χύνουμε | χύνετε | χύνουν / χύνουνε |
| Παρατατικός | έχυνα | έχυνες | έχυνε | χύναμε | χύνατε | έχυναν / χύναν / χύνανε |
| Αόριστος | έχυσα | έχυσες | έχυσε | χύσαμε | χύσατε | έχυσαν / χύσαν / χύσανε |
| Μέλλοντας | θα χύνω / θα χύσω | θα χύνεις / θα χύσεις | θα χυθεί / θα χύνει / θα χύσει | θα χύνουμε / θα χύσουμε | θα χύνετε / θα χύσετε | θα χύνουν / θα χύνουνε / θα χύσουν / θα χύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χύσει | έχεις χύσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χύσει | είχες χύσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χύσει / να χύνω / να χύσω | να έχεις χύσει / να χύνεις / να χύσεις | να χυθεί / να χύνει / να χύσει | να χύνουμε / να χύσουμε | να χύνετε / να χύσετε | να χύνουν / να χύνουνε / να χύσουν / να χύσουνε |
| Προστακτική | — | χύνε / χύσε | — | — | χύνετε / χύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χύθηκαχύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →