Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγχυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχέω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχέω Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγχέω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έγχυση < ελληνιστική κοινή ἔγχῠσις < αρχαία ελληνική ἐγχέω < ἐν + χέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέγχυσηεγχύσεις
Γενικήέγχυσηςεγχύσεων
Αιτιατικήέγχυσηεγχύσεις
Κλητικήέγχυσηεγχύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →