έκχυση
•
- ιατρικήτο χύσιμο προς τα έξω υγρού μετά από ρήξη αγγείου ή σπλάχνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκχυση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκχυ(σις) + -ση < ἐκχύνω < αρχαία ελληνική ἐκχέω < χέω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική effusion
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκχυση | εκχύσεις |
| Γενική | έκχυσης | εκχύσεων |
| Αιτιατική | έκχυση | εκχύσεις |
| Κλητική | έκχυση | εκχύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →