έκκεντρος
•
- αυτός που είναι τοποθετημένος εκτός του κέντρου του κύκλου Βικιλεξικό
- Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)
- που ο άξονας περιστροφής δεν περνά από το κέντρο του Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου δεν έχει το ίδιο κέντρο με κάτι άλλο όμοιο (λέγεται για κύκλο ή σφαίρα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκκεντρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκκεντρος < ἐκ + κέντρον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκκεντρος | έκκεντρη | έκκεντρο |
| Γενική | έκκεντρου | έκκεντρης | έκκεντρου |
| Αιτιατική | έκκεντρο | έκκεντρη | έκκεντρο |
| Κλητική | έκκεντρε | έκκεντρη | έκκεντρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκκεντροι | έκκεντρες | έκκεντρα |
| Γενική | έκκεντρων | έκκεντρων | έκκεντρων |
| Αιτιατική | έκκεντρους | έκκεντρες | έκκεντρα |
| Κλητική | έκκεντροι | έκκεντρες | έκκεντρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →