Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκεντρικός

/e.cen.dɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αρκετά διαφορετικός από αυτό που θεωρείται συνηθισμένο και φαίνεται πολύ παράδοξος ή ιδιόρρυθμος Βικιλεξικό
    • Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)

Ετυμολογία

εκκεντρικός < εκ- + κεντρικός (λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική excentrique < λατινική eccentricus < (ελληνιστική κοινή))

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκεντρικόςεκκεντρικήεκκεντρικό
Γενικήεκκεντρικούεκκεντρικήςεκκεντρικού
Αιτιατικήεκκεντρικόεκκεντρικήεκκεντρικό
Κλητικήεκκεντρικέεκκεντρικήεκκεντρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκεντρικοίεκκεντρικέςεκκεντρικά
Γενικήεκκεντρικώνεκκεντρικώνεκκεντρικών
Αιτιατικήεκκεντρικούςεκκεντρικέςεκκεντρικά
Κλητικήεκκεντρικοίεκκεντρικέςεκκεντρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →