έκκλητος
•
- νομικός όροςεναντίον της οποίας μπορεί να ασκήσει κάποιος έφεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκκλητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔκκλητος < ἐκκαλέω / ἐκκαλῶ < ἐκ + καλέω / καλῶ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκκλητος | έκκλητη | έκκλητο |
| Γενική | έκκλητου | έκκλητης | έκκλητου |
| Αιτιατική | έκκλητο | έκκλητη | έκκλητο |
| Κλητική | έκκλητε | έκκλητη | έκκλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκκλητοι | έκκλητες | έκκλητα |
| Γενική | έκκλητων | έκκλητων | έκκλητων |
| Αιτιατική | έκκλητους | έκκλητες | έκκλητα |
| Κλητική | έκκλητοι | έκκλητες | έκκλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →