έκλυση
•
- απελευθέρωση ύλης ή ενέργειας στο περιβάλλον Βικιλεξικό
- έκλυση αερίων, δηλαδή, η έξοδος αερίων από κάποιο υγρό ή και στερεό σώμα
- λόγιοηθική εκτροπή (ιδίως σεξουαλική) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκλυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔκλυ(σις) (απαλλαγή, αδυναμία) + -ση < ἐκλύω (ελευθερώνω) < ἐκ (έκ-) + λύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκλυση | εκλύσεις |
| Γενική | έκλυσης | εκλύσεων |
| Αιτιατική | έκλυση | εκλύσεις |
| Κλητική | έκλυση | εκλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →