έκλυτος
•
- λόγιοπου δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες και δεν χαλιναγωγεί τα πάθη του Βικιλεξικό
- Τα έκλυτα ήθη των Βυζαντινών αναφέρονται συχνά από τους ποιητές της πόλης, ιδιαίτερα από τον Αντίφιλο τον Βυζάντιο που άκμασε τον 1ο αιώνα μ.Χ. (Freely, John, (μτφ. Έλλη Έμκε) (2014), Κωνσταντινούπολη: Η ιστορία της αυτοκρατορικής πόλης. Αθήνα: Μίνωας, σελ. 33)
Ετυμολογία
έκλυτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκλυτος (έκ-λυτος, φιλήδονος) < αρχαία ελληνική ἔκλυτος (ελαφρύς) < ἐκλύω < ἐκ + λύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκλυτος | έκλυτη | έκλυτο |
| Γενική | έκλυτου | έκλυτης | έκλυτου |
| Αιτιατική | έκλυτο | έκλυτη | έκλυτο |
| Κλητική | έκλυτε | έκλυτη | έκλυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκλυτοι | έκλυτες | έκλυτα |
| Γενική | έκλυτων | έκλυτων | έκλυτων |
| Αιτιατική | έκλυτους | έκλυτες | έκλυτα |
| Κλητική | έκλυτοι | έκλυτες | έκλυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →