ανήθικος
•
- για πρόσωποπου παραβιάζει τους αποδεκτούς ηθικούς κανόνες Βικιλεξικό
- για ενέργειαπου αντιβαίνει στην ηθική Βικιλεξικό
- ειδικότεραχαρακτηρισμός για ενέργεια που αντιβαίνει στην κρατούσα ηθική σχετικά με τις σεξουαλικές σχέσεις Βικιλεξικό
- ανήθικες προτάσεις
Ετυμολογία
ανήθικος < αν- στερητικό + ηθικ(ός) + -ος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική immoral
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανήθικος | ανήθικη | ανήθικο |
| Γενική | ανήθικου | ανήθικης | ανήθικου |
| Αιτιατική | ανήθικο | ανήθικη | ανήθικο |
| Κλητική | ανήθικε | ανήθικη | ανήθικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανήθικοι | ανήθικες | ανήθικα |
| Γενική | ανήθικων | ανήθικων | ανήθικων |
| Αιτιατική | ανήθικους | ανήθικες | ανήθικα |
| Κλητική | ανήθικοι | ανήθικες | ανήθικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →