έκρυθμος
•
- έξω από τον κανονικό ρυθμό Βικιλεξικό
- ανάστατος Βικιλεξικό
- ανήσυχος Βικιλεξικό
- αυτός που βρίσκεται στα πρόθυρα έκρηξης Βικιλεξικό
- που πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκρυθμος < ελληνιστική κοινή ἔκρυθμος < αρχαία ελληνική ἐκ + ῥυθμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκρυθμος | έκρυθμη | έκρυθμο |
| Γενική | έκρυθμου | έκρυθμης | έκρυθμου |
| Αιτιατική | έκρυθμο | έκρυθμη | έκρυθμο |
| Κλητική | έκρυθμε | έκρυθμη | έκρυθμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκρυθμοι | έκρυθμες | έκρυθμα |
| Γενική | έκρυθμων | έκρυθμων | έκρυθμων |
| Αιτιατική | έκρυθμους | έκρυθμες | έκρυθμα |
| Κλητική | έκρυθμοι | έκρυθμες | έκρυθμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →