Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ῥυθμός

ουσιαστικό
•
  1. πολυτονική γραφή του ρυθμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ῥυθμός < αρχαία ελληνική ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ρυθμός

/ɾiˈθmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ταχύτητα με την οποία κάτι αυξομειώνεται ή με την οποία το ένα γεγονός μιας ακολουθίας διαδέχεται το άλλο Βικιλεξικό
    • ο ρυθμός της ζωής, ο ρυθμός των αλλαγών
    • Mε αμείωτο ρυθμό συνεχίστηκε και τον Ιούνιο η μείωση των χορηγήσεων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα η αγορά να έχει στεγνώσει από ρευστότητα. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 25/7/2014)
    • Η Μερόπη γέλασε τρανταχτά και οι κόκκινες μπούκλες της ακολούθησαν με ρυθμό την κίνησή της, άφησε το ψητό στο τραπέζι και είπε, «ας φάμε, ξελιγώθηκα στην πείνα». Το ζευγάρι ένευσε καταφατικά και κάθησαν να φάνε. (Αναστασία Γιδάκου, Μια γυναίκα, δυο ζωές, εκδ. BookRix, 2023)
  2. μουσικήτο τέμπο ή το μέτρο· η ταχύτητα ενός κομματιού ή ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο οι νότες τονίζονται και σχηματίζουν μουσικές ενότητες ίσης διάρκειας Βικιλεξικό
    • σε ρυθμό 4/4, ζωηρός ρυθμός
  3. αρχιτεκτονικήμια τεχνοτροπία χαρακτηριστική μιας εποχής, ενός τόπου ή ενός λαού Βικιλεξικό
    • Δωρικός ρυθμός, Βυζαντινός ρυθμός

Ετυμολογία

ρυθμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥυθμός < ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρυθμόςρυθμοί
Γενικήρυθμούρυθμών
Αιτιατικήρυθμόρυθμούς
Κλητικήρυθμέρυθμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →