έκταση
•
- άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι Βικιλεξικό
- επιφάνεια γης Βικιλεξικό
- διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
- το μέγεθος μιας επιφάνειας Βικιλεξικό
- το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων
- Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
- το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου Βικιλεξικό
- Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
- δεν έχει ακόμα υπολογιστεί η έκταση της καταστροφής που προκάλεσε ο σεισμός
- γραμματικήη τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις (τέντωμα) < ἐκτείνω < τείνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκταση | εκτάσεις |
| Γενική | έκτασης | εκτάσεων |
| Αιτιατική | έκταση | εκτάσεις |
| Κλητική | έκταση | εκτάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →