Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκφυλος

/ˈek.fi.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ακόλαστος, διεφθαρμένος Βικιλεξικό
    • Τότε, την ώρα που στέγνωναν επάνω τους τα ιδρωμένα ρούχα, άρχιζε να διηγείται αλλιώς, χωρίς λιβάνι, με λέξεις για τη σάρκα του κόσμου, για μελαγχολικούς σουλτάνους, έκφυλους ιερωμένους, αυτάρεσκες χορεύτριες, φορτωμένες κρίκους στα πόδια κι άλλες ομορφιές των σεραγιών, που καμάρωναν το είδωλό τους σε στέρνες κάτω από κυπαρίσσια και ροδοδάφνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)
    • Κοντή, νευρώδης καί μελαχρινή, μέ γαμψή μύτη, ἔκφυλο στόμα μέ ἀνοικονόμητες χειλάρες καί πράσινα γλαρά μάτια (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί. Μυθιστόρημα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993, σελ. 55)

Ετυμολογία

έκφυλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκφυλος (αφύσικος) < ἐκ + φῦλον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dégénéré. Συγχρονικά αναλύεται σε έκ- + φύλ(ο) + -ος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέκφυλοςέκφυληέκφυλο
Γενικήέκφυλουέκφυληςέκφυλου
Αιτιατικήέκφυλοέκφυληέκφυλο
Κλητικήέκφυλεέκφυληέκφυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέκφυλοιέκφυλεςέκφυλα
Γενικήέκφυλωνέκφυλωνέκφυλων
Αιτιατικήέκφυλουςέκφυλεςέκφυλα
Κλητικήέκφυλοιέκφυλεςέκφυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →