Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έμφυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κοινωνιολογίαπου έχει σχέση με το φύλο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Σε μια κοινωνία σε κρίση, ο σεβασμός στο πρόσωπο χάνεται και στη θέση του μπαίνουν οι έμφυλες κατηγοριοποιήσεις που αμφισβητούν και ισοπεδώνουν την ιδιαίτερη υπόσταση του κάθε ανθρώπου. (*)
    • Φοβάμαι ότι ο Βάρναλης εξοβελίζεται επειδή δεν ταιριάζει με την έμφυλη ανάγνωση της κ. Ρεπούση, η οποία θέλει οπωσδήποτε τα γεγονότα να ξεκινούν επειδή μία γυναίκα δίδαξε την ιστορία κατά διαφορετικό τρόπο (ίσως και σε παραλληλισμό με την επίθεση που δέχτηκε η ίδια). (*)
    • Αφορά ένα θέμα που με απασχολεί, τα πολύπαθα επαγγελματικά θηλυκά και τα μουστάκια που πολλοί στον δημοσιογραφικό χώρο θέλουν να βάλουν, με το ζόρι, στους έμφυλους τύπους, ίσως επειδή θεωρούν ότι οι “ερμαφρόδιτοι” τύποι, όπως “η δικαστής” και “η βουλευτής” είναι οι μόνοι που προσδίδουν κύρος, ενώ αν πούμε “η βουλευτίνα” (ή “η βουλεύτρια”) θα ρεζιλευτεί ο θεσμός. (*)

Ετυμολογία

έμφυλος < εμ- (< εν) + φύλο + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμφυλοςέμφυληέμφυλο
Γενικήέμφυλουέμφυληςέμφυλου
Αιτιατικήέμφυλοέμφυληέμφυλο
Κλητικήέμφυλεέμφυληέμφυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέμφυλοιέμφυλεςέμφυλα
Γενικήέμφυλωνέμφυλωνέμφυλων
Αιτιατικήέμφυλουςέμφυλεςέμφυλα
Κλητικήέμφυλοιέμφυλεςέμφυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →