Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έλλειψη

/ˈe.li.psi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ύπαρξη μειωμένης ποσότητας ενός αγαθού Βικιλεξικό
    • Υπάρχει έλλειψη νερού.
    • δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  2. γεωμετρίακλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της καμπύλης αυτής Βικιλεξικό
  3. γραμματικήη παράλειψη, στον λόγο, ορισμένων συστατικών στοιχείων μιας πρότασης ή φράσης, τα οποία εννοούνται εύκολα από τα συμφραζόμενα Βικιλεξικό
    • Ο αρχαίος όρος «βαρεία» είναι έλλειψη του «βαρεία προσῳδία».

Ετυμολογία

έλλειψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔλλειψις (ανεπάρκεια) (-σις > -ση) : για το γεωμετρικό σχήμα < νεολατινική ellipsis < ελληνιστική κοινή ἔλλειψις (κωνική τομή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέλλειψηελλείψεις
Γενικήέλλειψηςελλείψεων
Αιτιατικήέλλειψηελλείψεις
Κλητικήέλλειψηελλείψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →