Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελλειπτικός

/e.li.ptiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαπου έχει το γεωμετρικό σχήμα της έλλειψης Βικιλεξικό
    • Το πιο εντυπωσιακό πάντως από τα απόμακρα αντικείμενα που βρίσκουμε στον αστερισμό του Κενταύρου είναι αναμφισβήτητα ο γιγάντιος ελλειπτικός γαλαξίας Κένταυρος Α, γνωστός επίσης και με τον κωδικό «NGC 5128» (Διονύσης Π. Σιμόπουλος, Ο ουρανός της Ελλάδας: Καλοκαίρι, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  2. γραμματικήπου χαρακτηρίζεται από απουσία μορφολογικών τύπων (όπως πτώσεων, αριθμών, χρόνων) Βικιλεξικό
    • ελλειπτικά ρήματα / δείτε: ελλειπτικά
  3. ύφοςγια λόγο όπου συνειδητά παραλείπονται μέρη φράσης ή εννοούμενες λέξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελλειπτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐλλειπτικός < αρχαία ελληνική ἐλλείπ(ω) ( < ἐν- + λείπω) + -τικός. : (για γεωμετρικό σχήμα) (άμεσο δάνειο) γαλλική elliptique < νεολατινική ellipticus < ελληνιστική κοινή ἔλλειψις με βάση το ἐλλειπτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλειπτικόςελλειπτικήελλειπτικό
Γενικήελλειπτικούελλειπτικήςελλειπτικού
Αιτιατικήελλειπτικόελλειπτικήελλειπτικό
Κλητικήελλειπτικέελλειπτικήελλειπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελλειπτικοίελλειπτικέςελλειπτικά
Γενικήελλειπτικώνελλειπτικώνελλειπτικών
Αιτιατικήελλειπτικούςελλειπτικέςελλειπτικά
Κλητικήελλειπτικοίελλειπτικέςελλειπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →