έλος
•
- γεωγραφίαο βάλτος, το τέλμα, έκταση με ρηχά νερά που λιμνάζουν Βικιλεξικό
- Εἰς τῆς πολιτικῆς τὰ ἕλη, / Καθὼς ὁ Πύθιος Ἀπόλλων, / Διεύθυνε θανάτου βέλη / Πρὸς πᾶν θηρίον ἰοβόλον. (Ιωάννης Καρασούτσας, Εις τον θάνατον του φιλέλληνος ποιητού Βερανζέρου, ποιητική συλλογή Η Βάρβιτος, 1860)
Ετυμολογία
έλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έλος | έλη |
| Γενική | έλους | ελών |
| Αιτιατική | έλος | έλη |
| Κλητική | έλος | έλη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →