Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελώδης

/eˈlo.ðis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για περιοχήπου καλύπτεται από έλη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελώδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑλώδης. Συγχρονικά αναλύεται σε έλ(ος) + -ώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελώδηςελώδηςελώδες
Γενικήελώδουςελώδουςελώδους
Αιτιατικήελώδηελώδηελώδες
Κλητικήελώδη / ελώδηςελώδηςελώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήελώδειςελώδειςελώδη
Γενικήελωδώνελωδώνελωδών
Αιτιατικήελώδειςελώδειςελώδη
Κλητικήελώδειςελώδειςελώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →