έμβλημα
•
- συμβολικό διακριτικό σχήμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφράση με επιγραμματικό και διακριτικό χαρακτήρα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηφράση ή ρητό που μας εκφράζει, που συμπυκνώνει τα πιστεύω μας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έμβλημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔμβλημα (κάτι ένθετο) < αρχαία ελληνική ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emblème < λατινική emblema < ελληνιστική κοινή ἔμβλημα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έμβλημα | εμβλήματα |
| Γενική | εμβλήματος | εμβλημάτων |
| Αιτιατική | έμβλημα | εμβλήματα |
| Κλητική | έμβλημα | εμβλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →