εμβάλλω
•
- ρίχνω μέσα, τοποθετώ (κάτι) εντός Βικιλεξικό
- προκαλώ κάτι, εμπνέω Βικιλεξικό
- η συμπεριφορά του ενέβαλε σε σκέψεις τους φίλους του
Ετυμολογία
εμβάλλω < αρχαία ελληνική ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →